Φέτος γύρισα στο πατρικό μου όπως κάθε χρόνο. Το σπίτι ήταν όπως το άφησα: το ίδιο σαλόνι, το ίδιο τραπέζι, οι ίδιες κουβέντες. Κι όμως, βαθιά μέσα μου υπήρχε η σιωπηλή προσδοκία ότι φέτος κάτι θα είναι αλλιώς. Πιο ανθρώπινο, πιο κοντά. Μια φράση, μια ματιά που θα με έβγαζε για λίγο απ’ τον ρόλο μου. Έναν ρόλο που κρατάω χρόνια, χωρίς καν να θυμάμαι πότε μου δόθηκε.

——————————————————————————–

Έφτασα λίγο πριν το μεσημέρι της παραμονής. Ο δρόμος ήταν ήσυχος, κι όσο πλησίαζα, αισθανόμουν ένα γνώριμο βάρος στο στήθος μου , όχι δυσάρεστο, αλλά γνώριμο. Άνοιξα την πόρτα με το δικό μου κλειδί, όπως πάντα. Η μαμά μου πετάχτηκε από την κουζίνα.

«Αχ, ήρθες! Μπορείς να στύψεις λίγα λεμόνια; Μαγειρεύω από το πρωί και δεν προλαβαίνω!» είπε με το γνωστό της στρες, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια.

Ο πατέρας καθόταν στον καναπέ. «Καλώς την,» μουρμούρισε, χωρίς να σηκωθεί. «Πετύχαμε και καλή ταινία τώρα».

Ο αδερφός μου δεν είχε φτάσει ακόμη. Άφησα τα πράγματά μου στο δωμάτιο που κάποτε ήταν δικό μου και κάθισα στην κουζίνα, κοιτώντας την κίνησή της. Η ίδια, σβέλτη, πρακτική, αλλά και κάπως απόμακρη. Την ρώτησα αν είναι καλά και μου είπε «Μια χαρά, κουρασμένη, όπως όλοι. Δεν βλέπεις τι γίνεται στον κόσμο;».

Το απόγευμα κύλησε με προετοιμασίες. Δεν μιλήσαμε ουσιαστικά. Μιλήσαμε για τιμές στο σούπερ μάρκετ, για το ότι έβαψαν ξανά τις σκάλες στην πολυκατοικία, για την πολιτική κατάσταση. Κάθε φορά που ήθελα να ανοίξω κάτι πιο προσωπικό, να πω ότι φέτος ένιωσα πιο μόνη από άλλες χρονιές, ή ότι νιώθω κουρασμένη απ’ το να κρατάω ισορροπίες, το κατάπινα. Όχι επειδή δεν ήθελα, αλλά επειδή ήξερα ότι δεν θα βρω έδαφος.

Ο αδερφός μου ήρθε αργά, κρατώντας ένα κουτί με μελομακάρονα του εμπορίου. «Δεν πρόλαβα να πάρω κάτι καλύτερο», είπε χαμογελώντας αμήχανα. Κάθισε δίπλα μου και αμέσως ξεκίνησε τα αστεία, τίποτα δεν κρατούσε πολύ. Κάθε συναίσθημα έπρεπε να ελαφρύνει. Ήταν κι αυτός εγκλωβισμένος στον ρόλο του: του χαλαρού, αυτού που «δεν κολλάει πουθενά».

Στο τραπέζι το φαγητό ήταν τέλειο, όπως πάντα. Κανείς δεν σχολίασε τον κόπο της μαμάς. Κανείς δεν ρώτησε κανέναν πώς είναι. Όταν ο πατέρας πέταξε ένα ειρωνικό σχόλιο για το πόσο “χαλαρά” το παίρνω με τη δουλειά μου, προσπάθησα να το γυρίσω στο αστείο. Γέλασαν. Έμεινα ήσυχη. Δεν ήξερα αν ένιωθα λύπη ή απλώς συνήθεια.

Το βράδυ ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Κοίταξα τον καθρέφτη και σκέφτηκα: είναι τόσο ήσυχα, που δεν ξέρω αν με άκουσα ούτε εγώ. Πώς γίνεται να επιστρέφεις στο σπίτι σου και να νιώθεις ξένη με τον εαυτό σου;

————————————————————————-

Φτάνω και η μαμά με αγκαλιάζει. Με κοιτάει , όμως όχι φευγαλέα, αλλά όπως κοιτάς κάποιον που θέλεις να δεις. «Φαίνεσαι κουρασμένη φέτος…» μου λέει απαλά. Και δεν είναι ερώτηση, είναι διαπίστωση. Κάθομαι μαζί της λίγο, πίνουμε έναν καφέ. Δεν μιλάμε πολύ, αλλά κάτι υπάρχει εκεί, ένα άνοιγμα.

Ο πατέρας σηκώνεται απ’ τον καναπέ όταν μπαίνω στο σαλόνι. «Πώς τα βγάζεις πέρα στην πόλη; Δε μου λες τίποτα τον τελευταίο καιρό. Σ’ έχω στο νου μου», μου λέει και πιάνει για λίγο τον ώμο μου. Σαστίζω. Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που είπε κάτι παρόμοιο.

Το απόγευμα κυλάει με ήπιες κουβέντες. Ο αδερφός μου κάθεται δίπλα μου και λέει «Είσαι καλά; Ειλικρινά, φαίνεσαι αλλιώς φέτος». Κι αυτή τη φορά, δεν λέω «μια χαρά». Του λέω «όχι τόσο». Και με ακούει. Δεν λύνει, δεν σχολιάζει. Απλώς μένει.

Στο τραπέζι λέω ότι κουράζομαι να προσπαθώ να τα φέρνω όλα βόλτα. Η μαμά χαμηλώνει το βλέμμα. Ο πατέρας δεν μιλά, αλλά δεν ειρωνεύεται. Δεν αλλάζει κανείς θέμα. Δεν πετάγεται ο αδερφός μου να το ελαφρύνει. Σιωπή. Μια σιωπή που δεν είναι άβολη, αλλά γεμάτη. Μια στιγμή που κανείς δεν έκανε κάτι «λάθος». Όλοι απλώς σταθήκαμε.

Το βράδυ κοιμήθηκα ήρεμα. Όχι επειδή όλα διορθώθηκαν. Αλλά επειδή για πρώτη φορά, δεν έπαιξα κανέναν ρόλο. Και κανείς δεν μου ζήτησε να το κάνω.

——————————————————————————

Υπάρχει μια αθέατη διαδρομή που πολλοί από εμάς περπατάμε κάθε φορά που επιστρέφουμε στην πατρική μας οικογένεια. Πηγαίνουμε με μια ελπίδα, ότι ίσως, αυτή τη φορά, θα δούμε ή θα ακουστούμε αλλιώς. Ότι το χέρι που κάποτε δεν απλώθηκε, τώρα θα απλωθεί. Ότι ο ρόλος που μάθαμε να κρατάμε, θα χαλαρώσει.

Και συχνά, φεύγουμε με τη γνωστή ματαίωση. Όχι από κακία ή από αδυναμία, αλλά  από ιστορίες που επαναλαμβάνονται γιατί δεν ξέρουμε άλλο τρόπο.

Η πρόκληση ίσως δεν είναι να αλλάξουμε τους άλλους, αλλά να σταθούμε για λίγο πιο καθαρά απέναντί τους. Να δούμε αν μπορούμε να ζητήσουμε, όχι αυτό που θα θέλαμε ιδανικά να λάβουμε, αλλά αυτό που ρεαλιστικά μπορούν να δώσουν. Κι αν δεν μπορούν, να αναγνωρίσουμε τη θλίψη μας χωρίς να μας καταπιεί.

Η επίγνωση δεν καταργεί τον πόνο, αλλά τον τοποθετεί. Και μέσα απ’ αυτήν, μπορεί να έρθει κάτι πολύτιμο: η αποδοχή εκείνου που είναι, και ο σεβασμός σε εκείνο που εγώ πια χρειάζομαι.

Καλά Χριστούγεννα, όχι απαραίτητα με την κινηματογραφικά δοσμένη τελειότητα αλλά αληθινά Χριστούγεννα, και γι’ αυτό σημαντικά.

Γράφει η Μαίρη Μαρκάτη

Ψυχολόγος MSc, Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια